σύνεδρος


σύνεδρος
σύν-εδρος, zusammen od. beisammen sitzend, versammelt, bes. zum Rate, ratschlagend; Δίκη = ξύνεδρος Ζηνὸς ἀρχαίοις νόμοις, Beisitzerin, Wächterin; Beisitzer einer Ratsversammlung

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • σύνεδρος — sitting with in council masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύνεδρος — ο, η / σύνεδρος, ον, ΝΑ ως ουσ. μέλος συνεδρίου νεοελλ. 1. τακτικός δικαστής 2. στον πληθ. οι σύνεδροι ονομασία τών δικαστών τού Συμβουλίου Επικρατείας αρχ. 1. ως επίθ. α) (για πρόσ.) αυτός που μετέχει σε συμβούλιο («Περσέων oἱ συνέδρων ἐόντων… …   Dictionary of Greek

  • σύνεδρος — [синэдрос] ουσ. α заседатель …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σύνεδρος — ο, η 1. μέλος συνεδρίου. 2. δικαστής που παίρνει μέρος μαζί με άλλους σε συνεδριάσεις δικαστηρίου: Ο πρόεδρος του δικαστηρίου και οι σύνεδροι αποσύρθηκαν για σύσκεψη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ξύνεδρος — σύνεδρος , σύνεδρος sitting with in council masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνέδρω — σύνεδρος sitting with in council masc/fem/neut nom/voc/acc dual σύνεδρος sitting with in council masc/fem/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σύνεδρον — σύνεδρος sitting with in council masc/fem acc sg σύνεδρος sitting with in council neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνέδροις — σύνεδρος sitting with in council masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνέδρου — σύνεδρος sitting with in council masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνέδρους — σύνεδρος sitting with in council masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνέδρων — σύνεδρος sitting with in council masc/fem/neut gen pl συνδράω do along with imperf ind act 3rd pl (attic epic doric aeolic) συνδράω do along with imperf ind act 1st sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.